Άδεια ασθενείας

E-mail Εκτύπωση PDF

Ως ανυπαίτιο κώλυμα θεωρείται το συμβάν που χωρίς να οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργαζομένου, τον εμποδίζει να παρέχει την εργασία του. Οι σπουδαιότεροι λόγοι ανυπαίτιου κωλύματος είναι α) η ασθένεια, β) το ατύχημα, γ) η κυοφορία-λοχεία δ) η ανάκληση των εφέδρων για μετεκπαίδευση ε) η απουσία προς άσκηση των υπό νόμων καθηκόντων (εκλογέα κλπ) και στ) θάνατος ή ασθένεια μέλους οικογένειας. Εμείς θα ασχοληθούμε με τη πρώτη περίπτωση την ασθένεια.
Ο μισθωτός έχει αξιώσεις από τον εργοδότη του μετά το πέρας των 10 ημερών από την ημερομηνία πρόσληψής του. Έτσι κατά το χρόνο ασθενείας του ο μισθωτός για το πρώτο εργασιακό έτος δικαιούται αποδοχές που αντιστοιχούν στις εργάσιμες μέρες ενός 15νθημέρου (πχ 13 ημερομίσθια για αμειβομένου με ημερομίσθιο ή του μισού μηνιαίου μισθού για τους αμειβομένους με μισθό). Για το δεύτερο εργασιακό έτος και για κάθε επόμενο, δικαιούται τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις εργάσιμες μέρες ενός μήνα.
Για τις 3 πρώτες μέρες της ασθένειας ο μισθωτός δικαιούται να λάβει το μισό ημερομίσθιο από τον εργοδότη. Από την 4η μέρα και μετά θα επιδοτηθεί από τον ασφαλιστικό φορέα του και ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει το υπόλοιπο των αποδοχών του μέχρις ότου συμπληρωθεί το 15νθημερο (πρώτο εργασιακό έτος) ή ο μήνας (δεύτερο και μετά εργασιακό έτος). Δηλαδή μέσα στο πρώτο εργασιακό έτος ο μισθωτός αν  οι μέρες ασθενείας του υπερβούν τις 15, τότε δεν έχει καμία αξίωση για τις πάνω από τις 15 ημέρες (συνολικά στο έτος) από τον εργοδότη του. Ενώ από το δεύτερο και μετά εργασιακό έτος το όριο είναι ο μήνας.
Κατά το χρόνο αποχής λόγω ασθενείας οι μέρες απουσίας θεωρούνται ως χρόνος εργασίας και υποχρέωσης ασφάλισης στον ασφαλιστικό φορέα. Πάντα μέσα στα χρονικά όρια του 15νθημερου ή του μήνα ανάλογα με το χρόνο παροχής εργασίας. Ο υπολογισμός των εισφορών κατά το χρόνο απουσίας λόγω ασθένειας υπολογίζεται στο ποσό των αποδοχών που ο εργοδότης οφείλει στο μισθωτό μετά την αφαίρεση του επιδόματος ασθενείας που εισέπραξε από τον ασφαλιστικό φορέα.
Ο μισθωτός μόλις ασθενήσει οφείλει να ειδοποιήσει τον εργοδότη του για το λόγο που τον εμποδίζει να προσφέρει την εργασία του. Ο μισθωτός οφείλει να ενημερώσει να ενημερώσει έγκαιρα τον εργοδότη και  φέρει και την ευθύνη να αποδείξει το λόγο για τη μη παροχή εργασίας (προσκόμιση ιατρικής βεβαίωσης ή πιστοποιητικού). Παράληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων του μισθωτού, ενδέχεται να δημιουργήσει και ευθύνη του μισθωτού για τις ζημιές που έπαθε ο εργοδότης από την παράλειψη αυτή.
Είναι επίσης σημαντικό ο μισθωτός να γνωρίζει τα όρια της βραχείας άδειας ασθενείας που καθορίζονται ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας στον εργοδότη. Αυτά είναι τα εξής: μέχρι 4 έτη είναι 1 μήνας, από 4 έως 10 έτη είναι 3 μήνες, από 10 έως 15 έτη είναι 4 μήνες και πέρα των 15 ετών 6 μήνες. Τα όρια αυτά αφορούν την άδεια που μπορεί να πάρει ο μισθωτός λόγω ασθένειας. Σύμφωνα με νομολογία όταν ο μισθωτός υπερβαίνει  τα όρια βραχείας ασθενείας, δεν θεωρείται ότι η σύμβαση λύθηκε εκ μέρους του μισθωτού (οικειοθελής αποχώρηση) αλλά η επέλευση ή όχι λύσης της σύμβασης θα κριθεί από τα δικαστήρια. Επίσης ο υπολογισμός των χρονικών διαστημάτων της βραχείας διάρκειας ασθένειας αφορά μόνο τη τελευταία και συνεχή ασθένεια και όχι τυχόν προηγούμενες λόγω ασθενείας απουσίες.

Σε συνεργασία με την κ. Αλεξανδροπούλου Ελένη Διευθύντρια Σώματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Νοτίου Αιγαίου. 

Πηγές:
Νιάρχος, Σ. (2006), Πρακτικός Οδηγός Ασφαλιστικών – Εργατικών Θεμάτων, Κεφάλαιο Στ
Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας, (2007), σελ.784
Αρχοντής Καπάνταης τ. Διευθυντής Υπουργείου Εργασίας «Εργατική νομοθεσία» Έκδοση 2008

 

Πολυδύναμο Κέντρο Κοινωνικής Παρέμβασης Νομού Κυκλάδων