Ώρες εργασίας θεωρούνται αυτές που έχουν πραγματοποιηθεί μέσα στο χρονικό διάστημα μια ημέρας (00:00-24:00) ή εβδομάδας (00:00 ώρα της Δευτέρας μέχρι 24:00 της Κυριακής). Το χρονικό διάστημα που εργαζόμαστε ονομάζεται «Συμβατικό ωράριο» και καθορίζεται με Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ) ή Υπουργική Απόφαση (ΥΑ) ή ατομική σύμβαση. Οι ώρες της ημερήσιας απασχόλησης των μισθωτών που παρέχουν εργασία ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε εργοδότη ανέρχεται σε 6 ώρες και 40 λεπτά.
Το Συμβατικό ωράριο έχει διαμορφωθεί μέσα στο χρόνο ως εξής. Το 1975 ήταν 45 ώρες για να μειωθούν το 1979 σε 44 ώρες, το 1980 σε 43 ώρες, το 1981 σε 42 ώρες, το 1982 σε 41 ώρες και τέλος από 1/1/1984 σε 40 ώρες όπου ισχύει μέχρι και σήμερα. Προς το Συμβατικό ωράριο αντιδιαστέλλεται το «Νόμιμο ωράριο». Ως Νόμιμο ωράριο θεωρείται εκείνο που έχει καθιερωθεί με νόμο ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση. Το νόμιμο ωράριο είναι μεγαλύτερο του Συμβατικού ωραρίου και σήμερα έχει οριστεί σε 48 ώρες την εβδομάδα (για όσους εργάζονται 6ήμερο) και 45 ώρες την εβδομάδα (για όσους εργάζονται 5θήμερο).
Η απασχόληση πέρα του Συμβατικού ωραρίου (δηλαδή πέρα των 40 ωρών εβδομαδιαία) θεωρείται υπερεργασία. Η υπερεργασία παρέχεται κατά τη κρίση του εργοδότη και μέχρι τη συμπλήρωση του Νομίμου ωραρίου της εβδομαδιαίας απασχόλησης (δηλαδή τις 48 ή 45 ώρες ανάλογα). Η υπερεργασία (δηλαδή η 41η, 42α, 43η, 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρα) οφείλεται με προσαύξηση του καταβαλλόμενου ωρομισθίου κατά ποσοστό 25%. Η υπερεργασία υπολογίζεται επί εβδομαδιαίας βάσης.
Η απασχόληση πέρα του Νομίμου ωραρίου (τις 48 ή τις 45 ώρες) θεωρείται υπερωρία και έχει προσαύξηση του καταβαλλόμενου ωρομισθίου κατά ποσοστό 50%. Μετά τη συμπλήρωση των 120 ωρών ετησίως της νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης η προσαύξηση του καταβαλλόμενου ωρομισθίου είναι 75%. Για κάθε ώρα υπερωρίας για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης χαρακτηρίζονται «κατ’ εξαίρεση» υπερωρίες και αμείβονται με προσαύξηση 100%. Η υπερωριακή απασχόληση υπολογίζεται επί ημερησίας βάσης, δηλαδή έχει σαν βάση το ανώτατο όριο της ημερησίας απασχόλησης και δεν επιτρέπεται συμψηφισμός με λιγότερες ώρες εργασίας άλλων ημερών.
Στο ωράριο ημερησίας εργασίας δεν συμπεριλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης του μισθωτού στο χώρο εργασίας και της επιστροφής ακόμα και όταν η μετάβαση και επιστροφή γίνεται με μεταφορικά μέσα του εργοδότη, εκτός αν έχει γίνει αντίθετη συμφωνία.
Για τους εργαζόμενους που έχουν προσληφθεί με συμφωνία μερικής απασχόλησης, επιτρέπεται εκτάκτως να δουλεύουν και επιπλέον ώρες από αυτές που έχει συμφωνηθεί, με την προϋπόθεση όμως ότι δε θα υπερβούν τις 8 ώρες ημερησίως, με καταβολή απλού ωρομισθίου χωρίς δηλαδή προσαύξηση.
Η αμοιβή της νυχτερινής εργασίας αμείβεται με προσαύξηση 25% υπολογιζόμενη επί του νομίμου ημερομισθίου ή του 1/25 του νομίμου μισθού. Ως νύχτα θεωρείται το χρονικό διάστημα από 22:00 έως 06:00.
Το ωράριο εργασίας αμείβεται ανάλογα και στις εξαιρέσιμες εορτές (αργίες). Οι αργίες χωρίζονται σε υποχρεωτικές και προαιρετικές. Οι υποχρεωτικές είναι η 25η Μαρτίου, η Δευτέρα του Πάσχα, η 15η Αυγούστου και η 25η Δεκεμβρίου. Οι προαιρετικές είναι 1η Μαΐου (μπορεί να καθιερωθεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας ως υποχρεωτική) και η 28η Οκτωβρίου. Η 26η Δεκεμβρίου, η 1η Ιανουαρίου και η 6η Ιανουαρίου δεν είναι εξαιρούμενες εορτές εκτός αν έχουν καθιερωθεί ως αργίες με ειδικά διατάγματα.
Η απασχόληση κατά τις αργίες αμείβεται ως εξής. Για αυτούς που αμείβονται με ημερομίσθιο θα λάβουν το σύνηθες καταβαλλόμενο ημερομίσθιο τους με προσαύξηση 75%, υπολογιζόμενη στο νόμιμο ημερομίσθιο και όχι στο καταβαλλόμενο. Για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και απασχολούνται σε επιχειρήσεις που λειτουργούν Κυριακές και αργίες θα λάβουν το 1/25 του μισθού τους προσαυξημένο κατά 75% υπολογιζόμενη στο 1/25 του νομίμου μισθού τους. Για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και απασχολούνται σε επιχειρήσεις που δε λειτουργούν Κυριακές και αργίες θα λάβουν το 1/25 του μισθού τους με προσαύξηση 75% υπολογιζόμενη στο 1/25 του νομίμου μισθού τους και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού.
Η μη απασχόληση κατά τις αργίες αμείβεται ως εξής. Οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο δικαιούνται την αμοιβή που θα έπαιρναν αν εργάζονταν εκείνη την ημέρα. Οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό δε δικαιούνται να λάβουν τίποτα άλλο πλέον του μισθού τους.
Πηγές:
- Νιάρχος Σ., Πρακτικός Οδηγός Ασφαλιστικών-Εργατικών Θεμάτων, Β Τόμος, (Αθήνα 2006)
- Πρότυπος Οδηγός Εργατικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΙΙ, Epsilon, (Θεσσαλονίκη 2007)
- Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας (Αθήνα 1995), (μελέτη για τους ωρομίσθιους του Φράγκου Σπ.)






