Το ξεκίνημα μιας εργασιακής συνεργασίας ορίζεται με τη σύναψη της σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση εργασίας εκφράζει τη συμφωνία των δύο εμπλεκόμενων σε αυτήν, του εργαζομένου και του εργοδότη, προκειμένου ο πρώτος να παρέχει την εργασία του με βάση τις κατευθύνσεις και την εποπτεία του εργοδότη που καθορίζει τον τρόπο, τον χώρο και τον χρόνο εργασίας και ο οποίος σε αντάλλαγμα αμείβει τον εργαζόμενο με τον συμφωνημένο μισθό και τις τυχόν λοιπές απολαβές (bonus, εταιρικό αυτοκίνητο κ.α.).
Μετά τη συμφωνία για σύναψη σύμβασης εργασίας, οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να ενημερώσουν σχετικά τον Ο.Α.Ε.Δ., το αργότερο 8 μέρες μετά την έναρξη της απασχόλησης του εργαζομένου. Επιπλέον οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να καταρτίζουν και να παραδίδουν στους εργαζόμενους γραπτή σύμβαση εργασίας ή άλλο έγγραφο όπου θα περιλαμβάνονται οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας.
Η σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης πρέπει να περιλαμβάνει:
α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων,
β) τον τόπο παροχής εργασίας,
γ) την θέση ή ειδικότητα, τον βαθμό, την κατηγορία και το αντικείμενο εργασίας,
δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης εργασίας,
ε) την άδεια με αποδοχές,
στ) την αποζημίωση σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας,
ζ) τις κάθε φύσης αποδοχές,
η) την ημερομηνία καταβολής των αποδοχών,
θ) τα χρονικά όρια εργασίας του εργαζομένου,
ι) αναφορά της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή Διαιτητικής Απόφασης που εφαρμόζεται για τον εργαζόμενο.
Οι συμβάσεις εργασίας διαχωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με τον χρόνο απασχόλησης του εργαζομένου, τον χρονικό ορίζοντα της εργασιακής σχέσης και το αντικείμενο απασχόλησης. Οι διαχωρισμοί αυτοί είναι σημαντικοί, καθώς ανάλογα με την κατηγορία στην οποία εντάσσεται η κάθε εργασιακή σχέση παρατηρούμε αλλαγές στα επιμέρους δικαιώματα και τις υποχρεώσεις.
Ανάλογα με τον χρόνο απασχόλησης των εργαζομένων οι συμβάσεις εργασίας διαχωρίζονται σε πλήρους και μερικής απασχόλησης. Πλήρης απασχόληση είναι αυτή που η διάρκεια της εργασίας καλύπτει όλο το ωράριο πλήρους απασχόλησης, όπως αυτή ορίζεται είτε από τους κανονισμούς της επιχείρησης είτε από της σχετικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και βέβαια δεν έρχεται σε σύγκρουση με το νόμιμο ωράριο.
Ανάλογα με το χρονικό ορίζοντα της εργασιακής σχέσης, η σύμβαση εργασίας μπορεί να είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Στην σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δεν προκαθορίζεται η χρονική διάρκεια της εργασιακής σχέσης η οποία μπορεί να λήξει κυρίως με τη συνταξιοδότηση, την απόλυση ή την παραίτηση του εργαζομένου και από κάποιες άλλες επιμέρους αιτίες. Στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καθορίζεται από την αρχή το χρονικό σημείο λήξης της εργασιακής σχέσης.
Ανάλογα με το αντικείμενο της απασχόλησης οι εργαζόμενοι κατηγοριοποιούνται στους εργάτες και τους υπαλλήλους. Υπάλληλος θεωρείται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασία είναι κυρίως αποτέλεσμα πνευματικής διαδικασίας. Εργάτης θεωρείται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασία είναι κυρίως σωματική.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι σύγχρονες πρακτικές στον εργασιακό χώρο απαιτούν τον επαναπροσδιορισμό των όρων της εργατικής νομοθεσίας. Ειδικά όσον αφορά την έννοια της εξάρτησης που αποτελεί και το σημείο εκκίνησης για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, παρατηρούνται έντονα φαινόμενα όπου ουσιαστικά εξαρτώμενες εργασιακές σχέσεις (όταν ορίζεται ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος εργασίας), παρέχονται με καθεστώς αυτοαπασχόλησης (δελτία παροχής υπηρεσιών από ελεύθερους επαγγελματίες). Το φαινόμενο αυτό της ψευδοαυτοαπασχόλησης, το φαινόμενο «της εργασίας με μπλοκάκια» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, είναι πολύ έντονο και οι διαστάσεις που συνεχώς παίρνει τελευταία στερούν από όλο και περισσότερους – νέους κυρίως εργαζόμενους τα εργασιακά τους δικαιώματα.






